Κυριακή, Μαΐου 20, 2018

Κρίση Ηλικίας

Την ηλικία μου δεν τη συνειδητοποιώ.

Τη συνειδητοποιώ πότε-πότε, όταν βλέπω συμμαθητές μου στο Facebook να έχουνε γενέθλια και να αναγράφεται το (38) δίπλα στο προφίλ τους, το συνειδητοποιώ στιγμιαία όταν με καλούν σε reunión για τα είκοσι χρόνια από τη μέρα της αποφοίτησής μας, αλλά στην καθημερινότητά μου νιώθω πολύ νεότερος, και με όλη τη ζωή μπροστά μου. Αυτό έχει σημασία, θα μου πεις.

Αμ, δε! Μερικές φορές σκέφτομαι ότι έφτασα σ’ αυτήν την ηλικία και μπορεί να κατάφερα αρκετά, αλλά τίποτα από όσα ονειρευόμουνα ότι θα πραγμάτωνα όταν ήμουνα μικρός. Ακόμα περιμένω να δω για πότε θα ανοίξω μία δική μου Ντίσνεϊλαντ, πότε θα ανοίξω ένα δικό μου θέατρο, πότε θα γράψω το δικό μου μυθιστόρημα, πότε θα γράψω το δικό μου ανάρπαστο θεατρικό έργο. Όλα αυτά αισθάνομαι ότι κάποτε θα γίνουν, αλλά, τι έκπληξη! Κοντεύω τα σαράντα και δεν βλέπω κανένα από τα προαναφερθέντα να διαφαίνεται στον ορίζοντα.

Ποτέ δεν είναι αργά, θα μου πεις. Για τις τράπεζες, φίλε μου, είναι. Μεγαλώνοντας τα περιθώρια δανείου για να επενδύσεις οπουδήποτε στενεύουν, οπότε με τι λεφτά θα χτιστεί το θέατρο, πότε θα εξοφληθεί, και πότε θα προλάβω να βγάλω κέρδος; Εντάξει, γάμα το θέατρο, είναι κακή επένδυση ούτως ή άλλως, αφού ο Κύπριος δεν πάει θέατρο. Γάμα και την κυπριακή Ντίσνεϊλαντ. Για να επιβιώσει θα πρέπει να την επισκέπτεται καθημερινά και αδιαλείπτως όλος ο πληθυσμός της χώρας. Δεν θα ευδοκιμήσει. Αλλά το θεατρικό; Το μυθιστόρημα; Εδώ και η κουτσή Μαρία έχει στρωθεί και έχει γράψει. Έχουμε καιρό μπροστά μας σκέφτομαι, και όλο το αναβάλλω.

Δεν έχουμε πολύ καιρό μπροστά μας. Και αυτή η κρίση ηλικίας άρχισε και με επηρεάζει γιατί αφενός προσπαθώ να διαχειριστώ ότι πέρασαν τα καλύτερα μας χρόνια και εμείς χάσκαμε, και αφετέρου, εξακολουθώ να φορτώνω επιπλέον προβλήματα στο κεφάλι μου. Τελευταίως έχω παρατηρήσει ότι άρχισα να τα γράφω πλέον όλα στα αρχίδια μου και δεν με αναγνωρίζω. Δεν έχω πια ώρα να λύνω τα προβλήματα, δεν έχω πια ώρα να ασχολούμαι με τα προβλήματα. Ειδικά όταν αυτά απαιτούν και την συνδρομή άλλων, που αντί να συμβάλλουν στην απάμβλυνσή τους σφυρίζουν αδιάφορα, πλανώνται πλάνην οικτράν. Η ζωή δεν με περιμένει, δεν μπορώ να καθυστερώ στα προβλήματα. Πλέον τα παρακάμπτω. Μπορώ και να τα λύσω αν με αφήσετε, αλλά αφού δεν με αφήνετε, τα προσπερνώ.

«Μα πώς μπορείς και αδιαφορείς;» Δεν αδιαφορώ. Απλώς μεγάλωσα και σας βαρέθηκα. Μπορεί όλο αυτό που βιώνω πια να λέγεται και ωριμότητα, ή το εντελώς αντίθετο, να είναι η επιτομή της ανωριμότητας, δεν ξέρω. Δεν είμαι σίγουρος. Εδώ, όμως που φτάσαμε δεν έχεις άλλη επιλογή. Συνειδητοποιείς ότι σαρανταρίζεις, σου απομένουν 10-20, μάξιμουμ 25 ποιοτικά χρόνια που ακόμα μπορείς να χαρείς κάποια πράγματα, δεν έχω ώρα να τα χαλαλίζω.

Είμαι ένας άνθρωπος που στο τσακ επέζησε από τη ρήξη ανευρύσματος το 2009. Θυμάμαι σαν χθες τους γιατρούς που με αποχαιρετούσαν από την κλινική και μου έλεγαν «από τώρα και στο εξής να ζήσεις ήρεμα και να χαρείς τη ζωή σου». Ήμουν 29 χρονών τότε και σκεφτόμουν «μα, τι μου λένε; Δεν με πήραν και τα χρόνια, σιγά! Από τώρα θα ηρεμήσω;» Δεν τους άκουσα, δεν ηρέμησα, συνέχισα να είμαι το ίδιο νευρικός, το ίδιο παθιασμένος, το ίδιο εριστικός. Αντί να πω «στ’ αρχίδια μου όλοι, δεν πα’ να κουρεύεστε» και να ζω μία ζωή ζεν και τρία πουλάκια κάθονται. Ε, τώρα καταλαβαίνω πόσο λάθος ήμουν. Άργησα δέκα χρόνια να καταλάβω ότι το παν είναι η δική μου καλοπέραση και όχι μία διαρκής μάχη να συμβιβάζω τα διεστώτα, να παλεύω για την απονομή δικαιοσύνης γύρω μου, για να κρατούνται τα προσχήματα για να προχωρούμε μπροστά κουτσά-στραβά.

Θέλετε προχωρήστε, θέλετε μεν προχωρήσετε.


Εγώ θα κάμω ό, τι εμένα ευχαριστεί. 

Δευτέρα, Μαΐου 14, 2018

Κέρδισε Η Διαφορετικότητα

Έπηξεν από χθες το Facebook μου από ακτιβιστές της λίρας.

Πανηγυρίζουν που θριάμβευσε η «διαφορετικότητα» στη Γιουροβίζιον!

Που αν το δεις διεξοδικά, κάθε χρόνο η «διαφορετικότητα» κερδίζει στη Γιουροβίζιον. Μια με την τρανσέξουαλ, μια με την τραβεστί, μια με το τραγούδι κατά του σχολικού εκφοβισμού, μια με την πρόσφυγα, μία με τη χοντρή. Ε, όταν κάθε χρόνο κερδίζει η διαφορετικότητα, τότε έχουμε μία κανονικότητα. Που σου υποδεικνύει ότι η «διαφορετικότητα» σαν ιδέα, σαν έννοια, πάσχει.

Αλλά οφείλουμε να τη διατηρούμε ζωντανή, βεβαίως, βεβαίως, να την τραβούμε απ’ τα μαλλιά για να πουλούμε πνεύμα.

Δεν τους προλαβαίνω τους καβγάδες στο timeline. Χθες έγραφε μία γνωστή μου ότι το Ισραήλ κέρδισε επειδή «είχε τραγούδι με μήνυμα». Ναι, είδες εσύ μία αλλήθωρη, χοντρή, να κακαρίζει και σκέφτηκες ότι αξίζει τη ψήφο μας, γιατί τουλάχιστον «έχει μήνυμα!» Να μου πεις ότι την ψήφισες επειδή πρόκειται για υπέροχο party song, το οποίο σε ξεσηκώνει και το βρίσκεις ευφυές, ανεβαστικό και μερακλίδικο, ναι, να συμφωνήσω. Αλλά όχι και «μήνυμα» τώρα. Ούτε η Νέττα που τα λέει, δεν τα πιστεύει αυτά. Αλλά δεν έχει σημασία, η γνωστή μου στο Facebook διατείνεται ότι έχει έντονο «αντι-ρατσιστικό» μήνυμα κι αυτό μετράει.

Φυσικά, όταν της αντιτάξεις ότι πολλά ποπ τραγούδια πραγματεύονται τα ίδια πράγματα αλλά δεν τα λες και «αντι-ρατσιστικά» σιωπά, δεν ξέρει τι να σου απαντήσει. Μου απάντησε ότι είμαι «προσβλητικός» και ότι δεν ήθελε να συνεχίσει την κουβέντα (τρελαίνομαι από χαρά όταν συμβαίνει αυτό). Ε, βέβαια! Το «Σκελετούλα, σ’ αγαπάω, σκελετούλα, με τα χέρια μου σου κλείνω τη μεσούλα» που τραγουδούσε κάποτε ο Δάντης, είχε τα μάλα «αντι-ρατσιστικό» στίχο, ας πούμε. Αγαπημένο τραγούδι, αναμφίβολα. Δεν βγήκε όμως να στο πουλήσει ως «ύμνο κατά της νευρικής ανορεξίας». Ήξερε μέχρι που τον έπαιρνε να πει τη μαλακία του. Ομοίως, «Ψηλές, κοντές, αδύνατες, χοντρές, ξανθές, μελαχρινές, όλες καλές» τραγούδησε ο Χαριτοδιπλωμένος. Άλλος ένας ύμνος των ‘90ς. Αλλά δεν βγήκε να στο πλασάρει ως «ύμνο στη διαφορετικότητα και την αποδοχή». Αντιλαμβάνεσαι ότι στην εποχή μας απλά ξεφύγαμε.

«Έχει πρόβλημα μαζί μου», λέει, επειδή είπα την Νέττα «χοντρή».

Πρώτα απ’ όλα τι σου είναι η Νέττα για να μου την υποστηρίζεις τόσο σθεναρά; Κόρη σου; Μάνα σου; Ή ο καθρέφτης σου; Γιατί όταν λέω τον Βενιζέλο του ΠΑΣΟΚ χοντρό ουδείς κόπτεται, μύτη δεν ανοίγει. Τη Νέττα όμως, το κορίτσι μας, να το υποστηρίξουμε. Από πού κι ως που χοντρή; Επειδή έχει λίγα πιασιματάκια; Αν την πω υπέρβαρη θα σας κάτσει καλύτερα; Δεν ξέρουν ακριβώς τι τους φταίει. Η λέξη; Η έννοια; Ο κυνισμός μου; Δεν είναι σίγουρες. Μια φορά «χοντρή» να μην την ξαναπώ. Είναι «κοινωνικός ρατσισμός». Και πως περιγράφεις μια χοντρή; Αφού είναι χοντρή. Εμένα, ας πούμε, «ψηλό» με ανεβάζουν, «ψηλό» με κατεβάζουν, μπορώ και να αντιληφθώ πότε το λένε ειρωνικά και πότε το λένε αδιάφορα, αλλά δεν θεωρώ ότι πρέπει να το κάνω θέμα. Ψηλός είμαι. Κι αν δεν με ξέρεις, αν πρώτη φορά με βλέπεις, αυτό με χαρακτηρίζει. Το ύψος. Γιατί οι χοντρές θίγονται με το χοντρές; Στο κάτω κάτω, εγώ δεν επέλεξα να είμαι ψηλός. Γεννήθηκα και ψήλωσα. Εσείς που επιλέξατε να είστε χοντρές (δεν μιλάω τώρα για όσες έχουν ιατρικό πρόβλημα, θέμα ορμονικό κλπ, κλπ, μιλάω για όσες απλά βαριέστε να βελτιωθείτε, βαριέστε να βρείτε την υγειά σας), γιατί θίγεστε με τον χαρακτηρισμό;

Να σας πω εγώ γιατί θίγεστε. Γιατί στην τελική το «χοντρή» είναι το μόνο που σας χαρακτηρίζει. Αν δεν αισθάνεστε ότι αυτό σας καθορίζει, δεν θα γινόταν ζήτημα. Ας πούμε και η Κιάρα η Μαλτέζα ζυγίζει τόνους, αλλά δεν τη λες χοντρή. Αν με κάτι πρέπει να την περιγράψεις, θα την πεις «φωνάρα». Και οι δύο συμμετοχές της στη Γιουροβίζιον είχαν λόγο ύπαρξης. Μιλούσε η μελωδία, μιλούσε η έκταση της φωνής, δεν μιλούσε η «διαφορετικότητα». Όταν όμως δεν ξέρεις πώς να δικαιολογήσεις το τσίρκο που μοστράρεις, του κοτσάρεις «κοινωνικό μήνυμα υπέρ της διαφορετικότητας». Πιστεύετε ότι αν κέρδιζε η Μάλτα το 2005 με το Angel, θα δήλωνε ποτέ η τραγουδίστρια ότι κέρδισε η διαφορετικότητα;

Ισχύουν τα ίδια που είχα εκφράσει και στο παρελθόν για τους γκέι. Όταν κέρδισε η Κοντσίτα, -μαντέψτε τι, πάλι η διαφορετικότητα κέρδισε! Ε, ναι! Τι να λέγανε; Ότι ο κόσμος ψήφισε την επιβλητική τραβέστα με το μούσι; Δεν μπορούσαν να πουν ότι κέρδισε μία τραγουδάρα (γιατί δεν ήταν τραγουδάρα), άρα κάτι έπρεπε να βρουν να πουν. Ε, να μην κερδίσει μία διαφορετικότητα να μας βρίσκεται; Εν τω μεταξύ, και η Σέρβα, το 2007 που ακόμα δεν έχω καταλάβει πως προσδιορίζεται, αν αισθάνεται δηλαδή άντρας, γυναίκα, λεσβία, ασέξουαλ κλπ (και ούτε μας αφορά στην τελική), ουδέποτε βγήκε να πει ότι το ‘Μόλιτβα’ κέρδισε επειδή εκπροσωπεί την διαφορετικότητα. Όλοι είπαν «τι τραγουδάρα είναι αυτή» και αυτό αρκούσε. Όταν λείπει το περιεχόμενο όμως, ψάχνουμε να σώσουμε την κατάσταση από το περιτύλιγμα. Αυτό είναι το πρόβλημα σας.

Ε, και τι να έλεγε η καημένη η Νέττα; Έγραψα ένα χαζοποπ τραγουδάκι για να παίζεται στα beach bars του Τελ Αβίβ και καλό καλοκαίρι να ‘χουμε; Κάπως έπρεπε να δικαιολογήσει την πρωτιά. Διαφορετικότητα it is, να δώσουμε ψωμάκι στις διαταραγμένες του Facebook που δεν μπορούν να αντέξουν την ωμή πραγματικότητα ή τέλος πάντων την αντίθετη άποψη. Γιατί στις μέρες μας «αντίθετη άποψη» έχουν όλοι οι άλλοι. Όχι εμείς. Και πρέπει να τη σέβεστε, ασχέτως αν εκείνοι δε σέβονται τη δική σας. Όλα εγωκεντρικά κρίνονται, όλα από τη δική τους οπτική γωνία.

Έχω βαρεθεί να ξεκαθαρίζω ότι εγώ είμαι φαν του Ισραήλ. Νευρίασα που μας κέρδισε, αλλά πρώτος και καλύτερος αναγνώρισα το μπίλιανς του. Μην το παραχέζουμε όμως. Κέρδισε μία χοντρή, που κάνει την κότα και χορεύει τσιφτετέλι αναφωνώντας «κουλουλου-κουλουλού». Κέρδισε μία κλόουν. Κι αυτό δεν είναι κακό. Μην ακούω υπερβολές περί κοινωνικού, αντιρατσιστικού μηνύματος και λοιπές αρλούμπες.

Αυτά να τα λέτε μεταξύ σας, να παρηγοριέστε.



Κυριακή, Μαΐου 13, 2018

Άσε Μας Κι Εσύ...

Είμαι με τα οξυγόνα, με μορφίνες και με τρεις ορούς.

Γιατί είμαι με τα οξυγόνα, με μορφίνες και με τρεις ορούς, αφού εγώ ο ίδιος έγραφα κείμενα πριν ένα μήνα και εκθείαζα το Ισραήλ και έγραφα ότι θα αποτελέσει την επιτυχία του καλοκαιριού και τι μπρίλιαντ που είναι ο στίχος «Im not your toy, you stupid boy» και τι υπέροχο ακούγεται το «κουλουλού-κουλουλού» στο δεύτερο κουπλέ, και πως ακόμα και η αριθμολογία είναι με το μέρος των Ισραηλινών. Ναι, αυτά τα έγραφα πριν μας φουσκώσουν τα μυαλά ότι παίζεται να κερδίσουμε. Πριν αρχίσουν να αποθεώνουν τη Φουρέιρα, πριν αρχίσουν να συζητούν το πού θα το διοργανώσουμε του χρόνου, πριν πάει ο Τσώκος εσπευσμένα στη Λισαβόνα για τα "τελειώματα", και πριν δηλώσει ο Χάρης Γεωργιάδης πως θα ανοίξει τις κάνουλες για να το χρηματοδοτήσει. Συνιστούσα αυτοσυγκράτηση, έκανα ψυχολογικές ασκήσεις όλη μέρα να μην έχω προσδοκίες, δεν το συζητούσα για να μην το γρουσουζέψω, αλλά κακκά-φατά, τζίφος, τίποτε! Θάνατος.

Πες μου εσύ πότε θα έχουμε ξανά τόσο ευνοϊκές συγκυρίες για να πλησιάσουμε την πηγή και να πιούμε νερό; Πότε θα ξανά-έχουμε σουηδικό τιμ που να δικτυώνεται παντού, να έχουμε το σπρώξιμο της ίδιας της EBU με ευνοϊκές θέσεις παρουσίασης, να μας προωθούν γενικότερα τόσο ξετσίπωτα και ξεδιάντροπα που να εκνευρίζονται ακόμα και στην Ελλάδα; Και να διαγωνιζόμαστε με ένα ξεσηκωτικό τραγούδι μετά από δύο συνεχείς χρονιές που κερδίζουν μπαλάντες; Όχι σ' αυτή τη ζωή! Όλα με το μέρος μας ήταν, και πάλι καταφέραμε και χάσαμε.

Δεν θα ζήσουμε να χαρούμε νίκη, μάνα μου. Με αυτό τον καημό θα πας. Πάρτο απόφαση.

Απόψε ήλπιζα να διαγράψω ακόμα ένα ψυχολογικό από τη λίστα μου. Ακολουθεί εξομολόγηση από το ντιβάνι του ψυχολόγου: 

Το 1989, στην πρώτη γιουροβίζιον που είδα ποτέ μου, οι γονείς μου με ανάγκασαν να κοιμηθώ πριν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων επειδή ως παιδάκι 9 χρονών δεν μου επέτρεπαν να ξενυχτίσω. Δεν είχα κλείσει μάτι από την αγωνία και τη λαχτάρα μου να έρθει πρώτο το «απόψε ας βρεθούμε». Θυμάμαι σαν να ήταν χθες που μες τον ύπνο μου προσευχόμουν την επόμενη μέρα να ξυπνήσω και να μου πουν ότι κερδίσαμε. Από τις 7:00 σηκώθηκα και έτρεξα να ξυπνήσω τους γονείς μου να μάθω το αποτέλεσμα που ήμουν σίγουρος θα ήταν θετικό. Που το είχα και σίγουρο. Τα ίδια και το 1990 που δεν διανοούμουν ότι ένα τόσο πολύχρωμο και χαρούμενο τραγούδι όπως το «Μιλάς Πολύ», δυνατόν να έχανε. Ε, αυτό το παιδάκι μέσα μου, που κρύβεται και δεν θέλει να μεγαλώσει, ακόμα λαχταρά να νιώσει ότι ζει σε γη υπολογίσιμη, ανταγωνιστική, και πολλά υποσχόμενη. Αυτό το παιδάκι δεν λέει να τα αφήσει πίσω του. Μερικές φορές προσποιείται πως τα ξεπέρασε, επειδή κοντεύει τα σαράντα και ντρέπεται για τα πάθη του, αλλά ναι, γαμώ το, θέλω μια φορά να το κερδίσουμε. Για τη δικαίωση εκείνης της ηλικίας που θεωρούσε ότι η Φάνη Πολυμέρη ντυμένη νύφη και ο Αναστάζιο με το μπλου-τζιν θα μας έφερναν πρώτους.

Ήλπιζα ότι απόψε θα ερχόταν η απομυθοποίηση του όλου πράγματος και το πάθος μου θα έμπαινε σε τροχιά λήθης. Γιατί ό, τι κατακτάς το ξεπερνάς. Μα, όχι, η λύτρωσις αναβάλλεται. 

Τώρα παραμένω δέσμιος της κωλο-γιουροβίζιον στον αιώνα τον άπαντα. Που και να κερδίζαμε, δηλαδή, θα γκρίνιαζα. Για τον Τάσο Τρύφωνος που θα προσπαθούσε να μπει κεντρικός παρουσιαστής, για τα πολιτικά κόμματα που θα ανακατώνονταν στο δημιουργικό κομμάτι της διοργάνωσης, για τον Τζον Βίκερς που θα ήθελε να ξαναστείλει τραγούδι, για τη Βίσση που δεν θα την έφερναν να τραγουδήσει στο διάλειμμα, για τη Λεμεσό που έχει υγρασία και σκόνη και δεν θα την άντεχαν οι ξένοι, για το στάδιο που είναι μικρό και ασύγκριτο με όλα τα ευρωπαϊκά και δεν θα πρόσφερε τηλεοπτικό θέαμα. Αλλά τουλάχιστον θα ησύχαζα. Θα έπναζα!

Πφφφ! Ποιος άνθρωπος μπορεί να βλέπει τη Φουρέιρα δυο μέτρα γκόμενα, να λικνίζεται τόσο καβλιάρικα αλλά να δίνει τα λεφτά του στο «πράμα» το αλλήθωρο που τρέχει στον κατήφορο; Ας μην το συζητήσουμε καλύτερα.

Δεν θέλω αναλύσεις, δεν θέλω περαιτέρω σχόλια και μην με ρωτήσετε τίποτε σχετικό.

Πάω να κοιμηθώ.

Υ.Γ. Επειδή θα σκάσω αν δεν το πω, ήταν η χειρότερη γιουροβίζιον από τεχνολογικής πλευράς. Φτωχή, ανέμπνευστη, διεκπεραιωτική. Σαν τηλεπαιχνίδι της σειράς. Χειρότερη και από την περσινή στο Κίεβο που ήταν κατά τη γνώμη μου η χειρότερη όλων των εποχών. Η μόνη στιγμή που άξιζε ήταν όταν ο Σομπράλ, παρά την εκκεντρικότητα του και την μαννοσύνη που εκπέμπει ως κουμμούνι, τραγούδησε ζωντανά και απόκτησε η νύχτα μία πιο μποέμ ατμόσφαιρα, σπάνια για Γιουροβίζιον. Κατά τα άλλα, χάλια.  

Τετάρτη, Μαΐου 09, 2018

Fuego Στα Παντζάκια Μας

Εγώ μετά τη Γιουροβίζιον πρέπει να πηγαίνω διακοπές. Δεν είμαι για να κάθομαι να γράφω αναρτήσεις. Άσε που πέφτω να κοιμηθώ και μου παίρνει τρεις ώρες να ξεπεράσω την ένταση του σόου. Θα μπορούσα να σου μιλώ δέκα ώρες για το τι είδαν χθες βράδυ τα μάτια μου, αλλά ας προσπαθήσω να τα συμπτύξω όλα σε δυο σελίδες, γιατί έχουμε και δουλειές.

Η Φουρέιρα – Η Φουρέιρα δεν έκανε κάτι παραπάνω από ό, τι κάνει κάθε βράδυ στο Αθηνών Αρένα. Ήταν περίπατος για εκείνην η πρόκριση. «Αυτά πετυχαίνεις όταν έχεις και ένα Frangelico στο βιογραφικό σου», όπως μου έγραψε πολύ πετυχημένα ένας φίλος. Το ξέρουν και οι διοργανωτές ότι είμαστε η πιο μελετημένη συμμετοχή, εξ ου και η τελευταία θέση εμφάνισης (το καλό το κρατάνε τελευταίο), εξ ου και οι χαριεντισμοί στο γκριν ρουμ που είχαμε να δούμε από το 2005 με την Παπαρίζου, εξ ου και η εύφημος μνεία από τους ανταποκριτές του BBC, εξ ου και τα πάντα. Τα στοιχήματα μας θέλουν πλέον πρώτους, δηλαδή να κερδίζουμε το τρόπαιο, αλλά κρατώ μικρό καλάθι καθότι είναι πολλά τα συμφέροντα. Πάντως το μέχρι τώρα φαβορί, η Ισραηλίτισσα, δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μου, ήταν πολύ εκτός, και έτσι πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για όλα. Εκτός κι αν ξεπεταχτεί κανένας Ρίμπακ από το πουθενά, η σοπράνο με το ανεκδιήγητο φόρεμα, ή αν επικρατήσει κάποια άλλη πολιτική τάση, βλέπε τα πολιτικά μηνύματα που θέλουν να περάσουν Γάλλοι και Ιταλοί.




Η Φουρέιρα ανέβηκε κατηγορία χθες βράδυ. Από δευτεράντζα για τα βραβεία του Mad, εξελίχθη σε πολλά υποσχόμενη ποπ σταρ. Ίσως για μερικούς φαν της να είναι ήδη μία, αλλά για εμάς που απομακρυνθήκαμε από την ηλικία του χαχαχούχα, χθες πήρε το εισιτήριο. Αν πάει καλά και στον τελικό, που όλες οι ενδείξεις εκεί συγκλίνουν, θα γίνει και επίσημα Κύπρια πολίτις. Στη συνείδησή μας τουλάχιστον. Γιατί καλός ο σάλος με τον αλβανικό αετό και τον «αλυτρωτισμό», που ανάθεμα κι αν ξέρει η Φουρέιρα τι πάει να πει ο όρος, αλλά εγώ χθες μόνο τη σημαία της Κύπρου έβλεπα να κυματίζει, τόσο στο παρασκήνιο όσο και στο προσκήνιο. Αν τη δω και το Σάββατο στο τοπ5, βλέπω ήδη την πυροσβεστική να ψεκάζει αψίδες ύδατος στο αεροδρόμιο Λάρνακας να υποδεχτεί τον μεσσία.

Άσχετο-σχετικό: Το 1991 εκπροσώπησε τη Γαλλία η αραπίνα Αμινά. Θα τη θυμάστε, με το μνημειώδες «ο τελευταίος που μίλησε έχει δίκαιο», κατά κόσμον «ουά-ουά!» Για τα δεδομένα του 1991 ήταν σκανδαλώδες το ότι μία Τυνήσια θα εκπροσωπούσε τη Γαλλία, πόσο μάλλον όταν η σκηνική της παρουσία θεωρούνταν τα μάλα προκλητική με τα βυζιά γυαλισμένα και συμπιεσμένα μέσα στο στενό ταγιέρ. Ο οδηγός που τη μετέφερε στα στούντιο της Τσινετσιτά όπου λάμβανε χώρα ο διαγωνισμός της είχε πει: «Αν κερδίσεις απόψε, θα είσαι για πάντα Γαλλίδα. Αν χάσεις, θα μείνεις για πάντα Τυνήσια στη συνείδηση του κόσμου». Σαν τον μύθο της Σταχτοπούτας, περίπου. Τελικά, η Αμινά έχασε στα σημεία από την καριόλα την Καρόλα, αλλά στην Τυνησία τη θεωρούν σχεδόν εθνική ευεργέτιδα. Κατά αντιστοιχία, η Φουρέιρα το Σάββατο μπορεί να γίνει Κύπρια και να τελειώνουμε με το σήριαλ καταγωγής της που είναι και μία συζήτηση πολύ υποτιμητική για το 2018. Που εδώ που τα λέμε, τι Αλβανή, τι Κύπρια, προσωπικά δεν ξέρω ποιο είναι το χειρότερο. Όπως και να ‘χει, τη σημαία μας υπερασπίζεται, η σημαία μας φαίνεται, οπότε λίγα λόγια.



Η Ελλάδα – Η Ελλάδα δυστυχώς δεν πέρασε. Πιστεύω ότι αν δεν περνούσαν οι αθλιότητες της Αλβανίας και της Ιρλανδίας που μας ήρθαν ουρανοκατέβατες, θα είχε σίγουρα μία θέση στον τελικό. Κατά τα άλλα, ουδέποτε κατάλαβα προς τι ο ντόρος με το συγκεκριμένο τραγούδι και γιατί αγαπήθηκε τόσο πολύ. Αντιλαμβάνομαι ότι ο συμβολισμός του είναι συγκινητικός, αλλά αν αύριο μία Τσέχα γράψει ένα τραγούδι-διάλογο μεταξύ Τσεχίας και Τσέχων δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό πρέπει να αφορά την υπόλοιπη Ευρώπη. Αν θέλετε διάλογο μεταξύ πατρίδας και πολιτών, πείτε τα μεταξύ σας, κανέναν άλλον δεν ενδιαφέρει. Λίγο η άτσαλη σκηνική παρουσία, λίγο η Τερζή που το είχε σίγουρο και επαναπαύτηκε, ε, δεν θέλει και πολύ.

Χάρηκα για την αγαπημένη μου Αυστρία που προκρίθηκε, χάρηκα που αποκλείστηκε επιτέλους το Αζερμπαϊτζάν και κόπηκε λίγο ο τσαμπουκάς του Κοντόπουλου (ο οποίος γράφει ωραία τραγούδια για όλους τους άλλους, εκτός από όταν καλείται να εκπροσωπήσει τη χώρα του), αλλά και επίσης που κόπηκε ο τσαμπουκάς του Ευαγγελινού που δεν έμεινε έναρξη από μπουζούκια τη περασμένης εικοσαετίας που δεν ξεπατίκωσε προκειμένου να εξυπηρετήσει σκηνικές παρουσίες συμβάλλοντας στο να μετατραπεί η Γιουροβίζιον από ένας τσάτρα-πάτρα μουσικός διαγωνισμός, σε διαγωνισμός καλύτερου act. Που καλό είναι και το δρώμενο επί σκηνής, αλλά να κρατάμε κι ένα μέτρο. Καταντήσαμε να βλέπουμε επί σκηνής μουσικούς με όργανα και να αισθανόμαστε αμηχανία. Ξεκινά το τραγούδι κι όλοι ψάχνουμε επιμελώς το «εύρημα».

Η Διοργάνωση – Καλοί μου Πορτογάλοι! Ξέρετε πόσο σας αγαπώ, ξέρετε πόσο σας εκτιμώ, πόσο λατρεύω την πανέμορφη σας χώρα, την ιστορία σας, τα ήθη και έθιμά σας που γνώρισα μέσα από τα Παιχνίδια Χωρίς Σύνορα. Όμως! Τι ήταν αυτό το χάλι; Είπαμε, πέσαν φτώχειες. Οκέι, το καταλαβαίνω. Είχατε κι εσείς αριστερή κυβέρνηση και σας γάμησε. Αλλά κάντε μία άλφα προσπάθεια να ανταποκριθείτε στο γκλάμουρ που απαιτεί το γεγονός. Τέσσερις παρουσιάστριες! Η μία πιο αδιάφορη από την άλλη (τουλάχιστον πιο όμορφες από τις Αυστριακές το 2015), με ανέμπνευστα κείμενα, χωρίς καμία τελετή έναρξης, χωρίς καμία πρωτοτυπία στα interval acts. Κι από όσα ακούω για τον τελικό, δεν προβλέπω ούτε εκεί καμία υπέρβαση. Σκέτη απογοήτευση. Η διοργάνωση, πλην των όμορφων τοπίων που προβλήθηκαν στις καρτ-ποστάλ, δεν είχε τίποτε να πει. Κρίμα! Μπορούσατε να κάνετε παπάδες. Δεν αδράξατε την ευκαιρία.

Οι Σχολιαστές του ΡΙΚ – Σας παρακαλώ. Κάντε μου μια χάρη και βρείτε μου έναν τρόπο να δω τον 2ο ημιτελικό και τον τελικό με έναν τρόπο που να μην τους ακούω. Όχι τόσο τη Βάσω Κομνηνού που είναι επαρκής, όσο τον άλλον, τον Κώστα Κωνσταντίνου. Θεέ μου, από πού τον ξέθαψαν; Ναι, έχει ωραία φωνή, σωστή άρθρωση, έχει ροή ο λόγος του. Αλλά άπαξ και χαλαρώσει και προσθέσει την προσωπική του πινελιά στον σχολιασμό, δεν υποφέρεται. Ο Κώστας Κωνσταντίνου είναι «πολύς» για τη Γιουροβίζιον. Αυτό εκλαμβάνεις από τον τρόπο που την σχολιάζει και από το πώς επιχειρεί να την αποδομήσει. Από όσα σχολίαζε χθες καταλάβαινες ότι «δεν έπρεπε να ήταν στο στούντιο, αλλά στην Πορτογαλία με τους άλλους», ότι «δεν έπρεπε να ζει στην αρχιεπισκοπική Κύπρο» και ότι «δεν θα έπρεπε να υπομένει το σαχλό χιουμοράκι των παρουσιαστών», γιατί προφανώς εκπροσωπεί ανώτερη διανόηση. Μα, αν δεν την λατρεύεις τη Γιουροβίζιον, αν δεν σε παθιάζει, δεν δέχεσαι και να τη μεταδόσεις. Αν τη θεωρείς αγγαρεία, αν τη θεωρείς ολίγον trash και ολίγον υποκουλτούρα, ή ένα γεγονός που λατρεύεις να μισείς, κάτσε σπίτι σου και δες discovery. Δεν σε υποχρέωσαν να τη μεταδόσεις. Χώρια που μέσα στα σχόλιά του κατάφερε και σύμπτυξε όλες τις πολιτικές εμμονές του, με τις οποίες μας πρήζει ραδιοφωνικώς και εντύπως χρόνια τώρα, και οι οποίες δεν έχουν καμία θέση στη βραδιά της Γιουροβίζιον. Δεν μας κόφτουν! Οπότε, κάνε μας τη χάρη, γίνε πιο ουδέτερος για δυο βράδια, σφίξου και γίνε πιο ανάλατος και λιγότερο «εσύ», και άσε μας εμάς που την έχουμε ανάγει σε επιστήμη, να την απολαύσουμε. Δεν θέλουμε party poopers μες τα πόδια μας.


Κατ’ ακρίβειαν δεν θέλουμε καν σχολιαστές! Τα αγγλικά των παρουσιαστών της Γιουροβίζιον είναι απλά. Ένα welcome Europe και ένα start voting now λένε όλο κι όλο. Δεν χρειάζεται να έχεις περάσει και τα IELTS με 7.0 για να τους καταλάβεις. Το να έχουμε Κύπριους μεταφραστές ή σχολιαστές περιττεύει. Πιάνουμε το νόημα και χωρίς αυτούς. Θα μου πεις, δες το από την ΕΡΤ. Εκεί μας καταντήσατε!

Σάββατο, Μαΐου 05, 2018

Bubble Bubble

Ήρθε επίσκεψη η ξαδελφούλα του γιου μου από την Αθήνα και ζούμε σε αλλοπρόσαλλους ρυθμούς. Το σπίτι έχει τώρα δύο παιδάκια που όσο πιο κοντά προσπαθούμε να τα φέρουμε τόσο περισσότερο τσακώνονται, κι έτσι έχω αναλάβει διαρκή ρόλο διαμεσολαβητή. Σήμερα που είναι Σάββατο και προβλέπεται μακρά η μέρα αποφάσισα να πάω να αγοράσω κάτι παιχνίδια που παράγουν σαπουνόφουσκες για να τους απασχολήσω όλο το απόγευμα.

Πάω στο γνωστό και μη εξαιρετέο κατάστημα παιχνιδιών της περιοχής και λέω στην υπάλληλο:

«Ψάχνω κάτι πλαστικά πλαίσια τα οποία βουτάς σε σαπουνόνερο και παράγουν φούσκες άμα τα φυσάς!»

«Μάλιστα. Όλα τα bubble toys βρίσκονται εκεί».

Παύση ενός δευτερολέπτου. Με το που ακούω τη φράση ‘bubble toys’ από τη μυστακοφόρα κυπριοπούλα υπάλληλο ένιωσα μίαν ανεπαίσθητη νευρική ώση να διαπερνά το νευρικό μου σύστημα, αλλά δεν έδωσα σημασία.

«Ναι, αλλά αυτά που έχετε εκεί είναι πολύ μικρά σε μέγεθος και εγώ ψάχνω κάποια μεγαλύτερα».

«Χμ, δυστυχώς για bubble toys, ό,τι βλέπετε εδώ!»

Δεύτερη φορά που ακούω την ηλίθια φράση bubble toys μέσα σε ένα λεπτό. Δεν άντεξα!

«Τι bubbles και bubble toys μωρή αχλάδω;»

«Πώς είπατε;»

«Λέω! Τι bubbles και bubbles μου τσαμπουνάς; Είχες και στο τραγοχώρι σου ‘bubbles’, να σου φέξω έναν φούσκο ξεγυριστό να μάθεις να λαλείς τα bubbles, φούσκες!»

«Σας παρακαλώ, κύριε, τι τρόπος είναι αυτός;»

Πανικός στο παιχνιδάδικο - κόλαση στο Fame Story! Ένας άλλος, ελαφρώς τσιτσιφιόγκος υπάλληλος από το βάθος του καταστήματος θορυβήθηκε και έσπευσε στη σκηνή. Αμ, δεν πρόλαβε! Η συνάδελφός του ήταν ήδη δεμένη χειροπόδαρα, με το βρακί κατεβασμένο. Τσίριζε εις μάτην για βοήθεια, μα είχα προβλέψει να τη φιμώσω με κάτι παιδικά υφάσματα που χρησιμοποιούνταν στη βιτρίνα ως κουρτινούλες του σπιτιού της Μπάρμπι.

«Έλα εδώ κι εσύ να βλέπεις!» του είπα. Γύρισα προς το θύμα μου. «Κλάσε!» της είπα! «Κλάσε με ούλλη σου την δύναμη!»

Η υπάλληλος αναψοκοκκινισμένη και στα πρόθυρα της λιποθυμίας δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς παρά να υπακούσει. Σφίχτηκε λίγο και φρρρρουπ, αμόλησε μία κλανιά στον αέρα. Η κλανιά διαπέρασε το πλαστικό πλαίσιο που κρατούσα κοντά στα κωλομέρια της και σχημάτισε μία ωραιότατη σαπουνόφουσκα η οποία τώρα ίπτατο αγέρωχα εντός τους καταστήματος! «Ξανά-κλάσε!» την πρόσταξα σαν άλλος μίστερ γκρέι. Απανωτά τα ππούρτου ξεπηδούσαν από το κωλαράκι της, σαν σφαίρες από πενηντάρι πολυβόλο.

Την αρπάζω από τον κότσο των μαλλιών και της στρίβω το κεφάλι. «Κοίτα, αγγλολάγνα των δύο ευρώ, κοίτα! Bubbles! Πολλά bubbles! Ππππεεεεε! Πόσα bubbles!» Η υπάλληλος δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της. Έκλαιγε με αναφιλητά.  

Έτσι όπως την κρατούσα από τον κότσο την έριξα με δύναμη στο πάτωμα. "Φούσκες τις λαλούμεν, μαλακισμένη!" Σπαρταρούσε σαν ναρκομανής σε κρίση. Πέταξα ένα δεκάευρω πάνω στο ταμείο και κατευθύνθηκα προς την πόρτα. Λίγο πριν κλείσουν πίσω μου οι αυτόματες πόρτες γύρισα και την κοίταξα, ξευτιλισμένη και αποκαμωμένη στο πάτωμα με τον «Τζώρτζη» συνάδελφο από πάνω της που προσπαθούσε να την λύσει.

Τους προειδοποίησα: «Την επόμενη φορά που θα έρθω και θα ζητήσω μηχάνημα για φούσκες τζιαι θα μου τα πείτε bubble toys, τα ίδια θα έχουμε!»


Έφυγα και από εκείνη την ώρα είμαι με ένα χαμόγελο θριάμβου, απερίγραπτο!

Τετάρτη, Μαΐου 02, 2018

Στη Γαλλική Εξοχή

Μα πόσο ωραία πέρασα τις τελευταίες τρεις μέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων φόρτωσα τις δουλειές μου στον κόκορα, και τη σύζυγο στο αεροπλάνο προς ολοταχώς για τη χώρα του… κόκορα! Ω, ναι, χρειάζεται συχνά πυκνά να θυμόμαστε τους λόγους για τους οποίους ερωτευτήκαμε, παντρευτήκαμε και να διασφαλίζουμε τη ψυχική μας υγεία με αποδράσεις σαν κι αυτή.

Ταξιδέψαμε στο Κολμάρ. Δεν το έχεις ακουστά; Μοντιέ! Ούτε κι εγώ το είχα. Τώρα το έμαθα. Είναι η πρωτεύουσα της Αλσατίας στα γαλλογερμανικά σύνορα. Ένα γραφικό χωριουδάκι το οποίο μαζί με δυο-τρία που το περιβάλλουν, παρομοίου μεγέθους και αισθητικής, αποτέλεσαν την έμπνευση για τον σχεδιασμό της γνωστής ταινίας του Ντίσνεϊ, «Η Πεντάμορφη και το Τέρας». Περιττό να πω, δηλαδή, ότι είχα τη Μπρέντα με το πρώτο λάλημα του κόκορα να τριγυρίζει στα χρωματιστά σοκάκια και να παριστάνει τη Μπελ, αναφωνώντας στον γνωστό ρυθμό αναρίθμητα «μπονζούρ». Είχα κι εμένα, βεβαίως, βεβαίως, να σκαρφαλώνω στις κρήνες παριστάνοντας τον Γκαστόν. Γυρίσματα κανονικά. Τώρα τι θα βγει, θα σου πω όταν κάτσω στο μοντάζ.

Πανέμορφη η γαλλική επαρχία, κι αυτό δεν είναι νέο. Ήταν ό, τι χρειαζόμασταν από κάθε άποψη. Είδαμε και εκτιμήσαμε τι πάει να πει «γραφική ύπαιθρος», αναπνεύσαμε καθαρό αέρα χωρίς αφρικανική σκόνη, τσίτωσε το δερματάκι μας από την δροσιά των άλπεων, φάγαμε τα κρουασανάκια μας, τα σοκολατένια ψωμιά μας, μαλακά σαν σύννεφο, τσακωθήκαμε και με τους Γάλλους, και μετά φύγαμε. Α, ναι! Πρέπει να το ομολογήσω. Είναι που είναι μουντρούχοι οι Γάλλοι σαν λαός γενικότερα, στην επαρχία είναι εκατόν φορές πιο χωριάτες. Μας συναγωνίζονται επάξια. Μας διώχνανε από τα εστιατόρια ενώ είχαν ελεύθερα τραπέζια, αρνούνταν να μιλήσουν αγγλικά παρόλο που καταλάβαιναν τι τους λέγαμε και γενικότερα μία συμπεριφορά τύπου «εδώ έτσι το κάνουμε κι αν σας αρέσει!» Στο τσακ γλιτώσαμε το πιάτο στο κεφάλι αφού μας σέρβιραν πολλάκις με ύφος «στον λαιμό να σας κάτσει».

Φυσικά, ξεκουράστηκα τα μάλα, έγινα άλλος άνθρωπος για τρεις μέρες, που ουδόλως χαλιέμαι από την άξεστη συμπεριφορά των Γάλλων. Χώρια που εν μέρει τους καταλαβαίνω, αφού πρόκειται για μέρος που πήζει στον τουρίστα, και έχω παρατηρήσει ότι όσα μέρη σφύζουν από τουριστική κίνηση, αργά ή γρήγορα εκδηλώνουν μία άλφα αλαζονεία. Δεν τη δικαιολογώ, αλλά την καταλαβαίνω.


Γι αυτά είμαι, όμως, αγαπητέ αναγνώστη. Αυτά ποθεί η ψυχή μου. Χρωματιστά χωριά, χαμένα στο πράσινο της Ευρώπης, ένα πράσινο που δεν επιτρέπει καν στο φως να το διεισδύσει και να το διαβάλει. Με ένα τζάκι, μία σύνδεση στο ίντερνετ και ένα γραφειάκι σε ένα ξύλινο σπιτάκι να απολαμβάνω τα βιβλία μου. Αυτά που θέλω να διαβάσω κι αυτά που θέλω να γράψω. Έτσι έπρεπε να ήταν η ζωή. Κοίτα φωτογραφίες! Κοίτα χαρά Θεού! 


Το κέντρο του χωριού. Εδώ ξετυλίξαμε το ταλέντο μας μπροστά στα έκπληκτα μάτια των περίοικων.


Το ξενοδοχείο μας. Πιο κέντρο δεν γινόταν. Ολίγον μπάτε σκύλοι αλέστε, φυσικά. Μπήκαμε μέσα, τους είπαμε "ήρθαμε", ούτε που ρώτησαν ποιοι είμαστε, ούτε πόθεν ήρθαμε, ούτε στοιχεία εξακρίβωσαν, μας δώσανε το κλειδί στον τρίτο, και μας έγνεψαν να ξεκουμπιστούμε. Σας είπα, πιο "χαθείτε από μπροστά μας" αντιμετώπιση είχα χρόνια να ζήσω.


Τα περισσότερα κτήρια είναι διακοσμημένα με τέτοιες συμπαθητικές παπάρες, ήτοι λουλουδάκια, πεταλούδες, μαϊμουδίτσες, μαϊμουδίτσους, καρδούλες κτλ, που κάποιες φορές είναι απλά... τρομακτικά.


Παρόλα αυτά, τα πάντα σε συνεπαίρνουν. Είχα τσακωθεί με έναν άγνωστο στο τουίτερ, κάποτε, που τόλμησε να μου πει να αφήσω κατά μέρος τις προκαταλήψεις και να δώσω μία ευκαιρία στον αγροτουρισμό της Κύπρου. Γέλασε και ο τελευταίος πελαργός της Αλσατίας.


Μια που τους έφερε η κουβέντα. Η Αλσατία είναι γεμάτη πελαργούς (και τα σουβενίρ σιοπς επίσης). Σε πολλές στέγες θα διακρίνεις τις φωλιές τους και εκείνους σε ζευγάρια μέσα να ερωτοτροπούν. Μπόγους με βρέφη πάντως, δεν είδα να κουβαλούν.


Όπως ήδη κατάλαβες, αγαπητέ αναγνώστη, πρόκειται για μία πραγματική Ντίσνεϊλαντ. Ένα παραμύθι υπαρκτό. 


Αυτό εδώ είναι ένα γειτονικό χωριουδάκι που επισκεφτήκαμε, ονόματι Ρίκβιρ. Δέκα λεπτά μακριά με το αυτοκίνητο. Πνιγμένο στο πράσινο. Απ' τη μια μεριά τα γερμανικά σύνορα, από την άλλη τα γαλλικά, λίγο παραπέρα οι ελβετικές άλπεις, έχεις λίγο απ' όλα. Τον μεσαίωνα, κατά τη διάρκεια των πολέμων των Νορμανδών, το συγκεκριμένο χωριό κατακτούνταν εναλλάξ από τους δύο λαούς (Γάλλους και Γερμανούς) σε βαθμό που οι κάτοικοι άλλαζαν εθνικότητα έως και τέσσερις φορές κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Παρόλα αυτά δήλωναν πάντοτε Γάλλοι στην ψυχή. Αφότου κατέκτησαν την ελευθερία τους, ο σοφός λαός καθιέρωσε κάθε φορά που κατανάλωνε ένα μπουκάλι κρασί να λέει "...άλλο ένα μπουκάλι που σώθηκε και δεν θα το πιει Γερμανός".


Αυτό είναι ένα άλλο χωριό που επισκεφτήκαμε, το "Καϊζερμπεργκ" το οποίο εγώ αποκαλούσα επιμελώς "Χάιζενμπεργκ" για να του αποδώσω περισσότερο ενδιαφέρον, και το οποίο πριν δύο χρόνια βραβεύτηκε ως το πιο όμορφο γαλλικό χωριό. Περνά κι ένα ποταμάκι δια μέσου του, είναι πραγματικά out of this world που λένε και οι συμπατριώτες μου. Έβγαλα και μία φωτογραφία, στην οποία μπορείς να διακρίνεις την ευτυχία στο χαμόγελό μου εν είδει φύλλου κρουασάν που κόλλησε ανάμεσα στα δόντια μου. 


Στο Κολμάρ γενικότερα δεν έχει και πολλά πράγματα να κάνεις. Έχει ένα εντυπωσιακό μουσείο τέχνης, απ' αυτά που με σούρνει η Μπρέντα με το ζόρι και το οποίο διεγράφη από τον εγκέφαλό μου πέντε λεπτά αφότου φύγαμε, έχει όμως κι ένα μουσείο παιχνιδιών, από το 1700 μέχρι σήμερα, το οποίο είναι συμπαθητικό, τετραόροφο και αξίζει τα λεφτά του. 


Το πήρατε χαμπάρι ότι τα παιδικά μας χρόνια μπήκαν σε μουσείο κανονικά; Τα παιχνίδια σε μουσείο, εμείς σε μαυσωλείο!


Αυτό το βίντατζ κουκλοθέατρο, πάντως, το έκλεβα με συνοπτικές αν είχα τη δυνατότητα! Έχει ολόκληρο τμήμα με κουκλοθέατρα το μουσείο τα περισσότερα με τέτοιες κακάσχημες, σατανισμένες κούκλες. Υπέροχα.


Α, ναι, το είδαμε κι αυτό. Το Κολμάρ είναι η γενέτειρα του καλλιτέχνη που λάξευσε το Άγαλμα της Ελευθερίας. Τον έχουν σε μεγάλη υπόληψη, υπάρχει και μουσείο αφιερωμένο σ' αυτόν, που ευτυχώς το γλίτωσα. Όπως βλέπετε, σε μία κίνηση που θα ζήλευε ακόμα και η Λεμεσός μας, οι Γάλλοι διακόσμησαν έναν κυκλικό κόμβο με μία απομίμηση του αγάλματος, εις ένδειξη αναγνώρισης του έργου. Λεπτομέρεια που με έκανε και γέλασα: Αρχικά το άγαλμα προοριζόταν για τους Άραβες, για να μπει στην διώρυγα του Σουέζ. Όταν το είδαν οι Άραβες, είπαν "τι ειν' τούτο" και το απέρριψαν ευγενικά. Περίλυποι οι Γάλλοι που δεν ήξεραν τι να το κάνουν σκέφτηκαν να το δώσουν στους Αμερικάνους μην πάει χαμένο. Χουζ λάφινγκ νάου; 



Αυτά από την υπέροχη Αλσατία.

Πώς πάμε εκεί; Παίρνουμε την απευθείας πτήση της Easyjet από Λάρνακα προς Βασιλεία, Ελβετίας. Το αεροδρόμιο της Βασιλείας έχει τρεις εξόδους καθότι εξυπηρετεί τρεις χώρες, βλ. Ελβετία, Γαλλία, Γερμανία. Βγαίνουμε από την έξοδο που βλέπει στη Γαλλία. Από εκεί παίρνουμε λεωφορείο για Κολμάρ, το οποίο απέχει μία ώρα, πάνω κάτω. Φροντίστε να έχετε και διαβατήριο μαζί σας, γιατί αν πέσετε σε μαλάκα, Ελβετό αστυνομικό θα σας κάνει πρόβλημα με την κυπριακή ταυτότητα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν την αποδέχονται ως ταξιδιωτικό έγγραφο. Ειδικά αν είναι παλιάς έκδοσης. Εμένα με σταμάτησαν και μου είπαν ότι δεν αναγνωρίζουν αυτό το «πράμα», εγώ τους απάντησα «ούτε εγώ, αλλά τι να κάνουμε, εκεί γεννήθηκα», μου ξαναείπε «we have problems with you and those who come from Greece», και ξαφνικά χάρηκα που μας ταυτίζουν ακόμα και σε τέτοια μαλακισμένα θέματα, και μετά από πολλή διαπραγμάτευση που έφτασε τα όρια της έντασης και της παρολίγον σύλληψης, με άφησαν να περάσω.

Γυρίσαμε σπίτι και ήταν σαν να μην φύγαμε ποτέ. Μας περίμενε ο υπέροχος γιόκας μας, ο οποίος ήταν μηχανή παραγωγής τύψεων για όσο λείπαμε, αλλά μετά το ψεσινό κάζο και το σύστημα που ξεσήκωσε τελευταία να μην πέφτει να κοιμηθεί αν δεν προηγηθεί βόλτα με το αυτοκίνητο, τα ξεχάσαμε όλα, και προσγειωθήκαμε μάλλον ανώμαλα στην πραγματικότητα. 

Από τις σοκολατερί και τα πατισερί, πίσω στο μπουρδελερί!

Τετάρτη, Απριλίου 25, 2018

Κύπριοι Και Παιδότοποι

Από τον καιρό που πάω με τον μικρό στους διάφορους παιδότοπους γίνομαι μάρτυς διαφόρων καταστάσεων οι οποίες θα μπορούσαν να αποτελέσουν το sequel της διατριβής μου «Κύπριοι Και Αεροδρόμια» σε «Κύπριοι Και Παιδότοποι». Γιατί όπου συναθροίζονται συμπατριώτες μου αξίζει να γίνεται και μία νέα κοινωνιολογική μελέτη, αξίζει να συζητιούνται τα συμπεράσματα. Ιδού, λοιπόν, κάποια χονδρικά, προσωπικά μου ευρήματα σχετικά με το πώς κυλά η απογευματινή μου ζωή ανάμεσα σε κούνιες, τραμπάλες και τσουλήθρες.

Ο κόσμος νομίζει ότι ο παιδότοπος είναι ένα ασφαλές μέρος να εξαπολύσει το τέκνον του ενόσω ο ίδιος απολαμβάνει τον καφέ του. Δεν είναι! Ο παιδότοπος επιβάλλει την επίβλεψή σου καθ’ όλη τη διάρκεια της εκεί παραμονής σας. Αν τα παιδιά σου είναι αρκετά μεγάλα ώστε να μην χρειάζονται την επίβλεψή σου, τότε είναι αρκετά μεγάλα για να μην παίζουν στον παιδότοπο. Ενοχλούν τα μικρότερα παιδάκια και πιθανόν να τα χτυπήσουν. Δεν το καταλαβαίνει κανείς βέβαια. Άσ’ τα μωρά να παίξουν, κι όποιον πάρει ο Χάρος. Όταν έρθει ο Χάρος, όμως, θα σου ζητούν και τα ρέστα, οπότε να επαγρυπνάς.

Προσωπικά, είμαι συνέχεια με τον γιο μου μέσα στον παιδότοπο και καταντώ να κάνω τον τροχονόμο στα μπασταρδάκια του καθενός. «Μην ανεβαίνετε στη στέγη του πλαστικού σπιτιού», «μην σπρώχνεστε», «προσέχετε τα πιο μικρά παιδάκια», «μην ανεβαίνετε τη τσουλήθρα από την ανάποδη», «μην δέρνεστε». Γιατί εγώ να μην αράζω μέσα χαλαρός με τον καφέ μου ανά χείρας σαν τους άλλους, και κάθομαι εδώ να επιβλέπω να μην σκοτωθείτε; Σας χρωστάω; Όχι βέβαια. Δεν πα να βγάλετε τα μάτια σας να ησυχάσουμε. Το χρωστάω στον γιο μου, όμως, που η άδικη μοίρα τον θέλει να πρέπει να συνυπάρξει μαζί σας. Δυστυχώς, δεν το λέει η καρδιά μου να βλέπω παιδάκια, (έστω παιδιά άλλων) να κινδυνεύουν κι εγώ να «παίζω πελλόν», οπότε αναπόφευκτα επεμβαίνω, αναπόφευκτα νευριάζω, αναπόφευκτα βλαστημώ.

Οι Κύπριες μάνες όταν με βλέπουν μπάστακα μέσα στον παιδότοπο, αισθάνονται αμηχανία. Εννοείται ότι όσες φορές έτυχε να μιλήσω σε κάποιαν, αυτή με απέφυγε θεωρώντας ότι της την πέφτω. Ότι της κολλώ, κατά το κυπριακότερον. Μπορεί, φερ’ ειπείν να πεις σε μία μητέρα «το κοριτσάκι σας κλαίει και ζητά νερό», όπως τις προάλλες, και εκείνη αντί να σε ευχαριστήσει που την ενημέρωσες, να σε αγνοήσει πλήρως, είτε από αγένεια, είτε από έλλειψη βασικής κοινωνικής μόρφωσης. Εισπράττω και μία ενέργεια του τύπου «ένας μπαμπάς μόνος του, προφανώς ψάχνεται, δεν του δίνω θάρρος, εγώ το τιμώ το στεφάνι μου», αλλά επειδή δεν μπορώ να το τεκμηριώσω, το αφήνω να περάσει. Ναι, γενικότερα, το να πρέπει να συνδιαλεχθείς με άλλη μάνα σε παιδότοπο είναι απογοητευτικό. Κι αν είσαι ελεύθερος φίλε αναγνώστη, αυτοκτόνα. Δεν έχουν απομείνει γυναίκες σ’ αυτή τη χώρα.

Τα παιδιά βρίσκουν διασκεδαστικό το ότι ένας μαντράχαλος του ύψους μου συνυπάρχει με τον γιο του στον παιδότοπο και χαριεντίζεται ποικιλοτρόπως. Μία φορά ένα κοριτσάκι που διασκέδαζε με το όλο θέαμα, ήρθε και μου είπε ότι θέλει μία αγκαλιά. Αντιλαμβάνεσαι ότι κρύος ιδρώτας με περιέλουσε και δεν ήξερα πώς να το χειριστώ. Ένας άντρας που αγκαλιάζει ξένα παιδάκια σε ένα παιδότοπο δεν θέλει και πολύ χαρακτηριστεί παιδεραστής. Σε παιδί μαλάκα να πέσεις, και να σε καταγγείλει, τύπου: «μπαμπά, αυτός ο κύριος με αγκάλιασε και με χούφτωσε» πας άκλαφτος. Ευτυχώς στρόφαρα εγκαίρως και είπα ότι «όλα τα παιδάκια πρέπει να κάνουν μία ομαδική αγκαλιά μεταξύ τους», έτσι απέφυγα την οποιαδήποτε επαφή. Βέβαια, αν ήμουν γυναίκα δεν θα υπήρχε ίχνος παρεξήγησης στο να αγκαλιάζω ξένα παιδάκια μέσα σε έναν παιδότοπο, αλλά δυστυχώς άμα είσαι άντρας κάτσε να πείσεις ότι δεν είσαι ελέφαντας.

Μία άλλη φορά, σε έναν άλλο παιδότοπο, άκουσα δυο κυρίες να κουτσομπολεύουν μία γνωστή μου. Έλεγαν ότι «δεν είναι καλή μάνα». Τη χαρακτήρισαν έτσι επειδή θεωρούσαν ότι βάσει των δικών τους πιστεύω και βάσει των δικών τους παιδαγωγικών μεθόδων δεν ανταποκρινόταν επαρκώς. Το κακό είναι ότι εν μέρει συμφώνησα, από μέσα μου. Το καλό είναι ότι το παιδάκι της είναι μια χαρά ευτυχισμένο και καρφί δεν του καίγεται αν η μαμά του διαφοροποιείται από τον μέσο τρόπο διαπαιδαγώγησης που έχουμε συνηθίσει στην Κύπρο. Έχω πλέον αναθεωρήσει και χωνέψει ότι το μοναδικό άτομο που μπορεί να κρίνει αν είσαι καλός γονέας είναι το παιδί σου, και αυτό, αφότου ενηλικιωθεί. Κανένας άλλος δεν μπορεί να σε κρίνει. Ούτε η σύζυγός σου, ούτε η μάνα σου. Προσωπικά αφότου πέθανε ο πατέρας μου του αναγνώρισα κάποια θετικά χαρακτηριστικά που είχε στον τρόπο που μας μεγάλωνε. Ενόσω ζούσε δεν του αναγνώριζα κανένα. Και ό, τι κι αν λέτε, σημασία έχει τι πιστεύει ο άμεσα ενδιαφερόμενος. Εγώ. 

Και ναι, ποια είσαι εσύ που θα κρίνεις αν η άλλη είναι καλή μάνα ή όχι; Ο γιος του Πάμπλο Εσκομπάρ, του Κολομβιανού μαφιόζου, έγραψε ολόκληρο βιβλίο στο οποίο χαρακτήριζε τον πατέρα του τον καλύτερο που θα μπορούσε να φανταστεί. Αναγνώριζε την εγκληματική του πλευρά και δεν τον αθώωνε για όσα διέπραξε, αλλά στην παιδική του ψυχούλα αλλιώς τον είχε χαράξει και καταγράψει. Και εν τέλει αυτό είναι που μετράει. Να το εμπεδώσουμε και οι υπόλοιποι. Δεν είμαστε καλοί γονιοί επειδή ακολουθούμε ντιρεκτίβες, επειδή διαβάσαμε σχετικά βιβλία ή επειδή τον ταΐζαμε κέηκ χωρίς ζάχαρη. Καλοί γονιοί θα θεωρηθούμε αν λίγο πριν πεθάνουμε το ακούσουμε από τα χείλη τους και αν το λένε με όλη τους την καρδιά. Αν δεν το πουν, δεν πειράζει, μικρό το κακό, ούτως ή άλλως μετά από λίγο θα πεθάνουμε.

Κατά τα άλλα, μισώ τους παιδότοπους της Κύπρου και θεωρώ ότι είναι όλοι πολύ basic, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, και απορώ με τον εαυτό μου πώς τόσα χρόνια δεν είχα κάνει ένα δάνειο να ανοίξω ένα θεματικό πάρκο στα πρότυπα της Ντίσνεϊλαντ, να ξεστραβωθούν τα τέκνα μας, που εν έτει 2018 ακόμα μεγαλώνουν με τραμπάλες, κούνιες και λοιπά ξεπερασμένα παιχνίδια μπυθουλέικα. Όχι ότι μας αξίζει κάτι καλύτερο. Κουβέντα να γίνεται. 

Τρίτη, Απριλίου 24, 2018

Και Το Όνομα Αυτού

Καλημέρα σας και τον κακό σας τον καιρό.

Προχθές βράδυ σηκώθηκα να πάω θέατρο, στο έργο «Και Το Όνομα Αυτού» που παίζεται στο Flea Theater, το οποίο αν δεν το έχεις ακουστά, βρίσκεται στο τέλος του κόσμου, γνωστόν και ως Καϊμακλί. Πρώτη φορά πήγαινα στο συγκεκριμένο μέρος, το θέατρο (αν μπορείς να το πεις θέατρο και όχι γκαράζ) στεγάζεται μέσα στην αγορά, στην οποία, παρεμπιπτόντως, βρήκα τεράστιους θησαυρούς από τη δεκαετία του ’80. Αν είχα λεφτά για πέταμα θα τους αγόραζα όλους. Δίσκοι βινυλίου, Cds, παλιά περιοδικά, αντίκες, τα πάντα! Βρήκα ακόμα και ένα παιχνίδι που επιθυμούσα να αγοράσω διακαώς από τον Πισσαρίδη τω καιρώ εκείνο, το οποίο ήταν ακριβό για την εποχή του και αρνούνταν να μου το πάρουν, και στο τσακ συγκρατήθηκα να μην αποδώσω δικαιοσύνη έστω και τριάντα χρόνια μετά.

Μπαίνουμε στο θέατρο, που λες, βλέπουμε μια σειρά από άδειες θέσεις στην πρώτη γραμμή, πάμε να καθίσουμε, αλλά δεν μας επιτρέπει η ταξιθέτις, «είναι κρατημένες». Μα, καλά, ποιος επίσημος θα σας κάνει την τιμή μες την αγορά του Καϊμακλιού και θέλει να κρατήσει και θέσεις; Εδώ είμαστε σαν να καθόμαστε στην κερκίδα της ΕΘΑ Έγκωμης! Προς τι τόση επισημότις; Τέλος πάντων, καθίσαμε πιο πίσω και περιμέναμε το έργο να αρχίσει. Λίγο πριν το τρίτο κουδούνι, ανοίγει η πόρτα και ξεπροβάλλει το… αίσχος!

Pics or it didn't happen.


Κι εδώ με κυνηγάς, βρε γρουσούζη; Φτου! Φτου! Φτού! Έφτυνα στον κόρφο μου σαν την Βλαχοπούλου στη Χαρτοπαίχτρα. Ανάθεμα την ώρα που ήρθα να δω παράσταση στην οποία συμμετέχει και η κόρη σου! Που είναι να απορείς μετά από αυτή την καταστροφική διακυβέρνηση ποιος άνθρωπος μαλακώνει την καρδιά του και της δίνει ρόλους! Αντί να τους αποκλείσουμε οικογενειακώς από παντός είδους κοινωνικές συνευρέσεις, ακόμα χαριεντιζόμαστε μαζί τους. Τους κρατάμε και θέσεις!  Χαλάστηκα τα μάλα με το που έπεσα πάνω στους δικτάτορες του 2008-2013. Και τώρα που στα περιγράφω, κάγκελο η τρίχα από την αναγούλα. Άρχισε η παράσταση και αντί να συγκεντρωθώ στο έργο παρακολουθούσα με τι είδους αστεία γελούσε η διάνοια Χριστόφια και η αυτού εξοχότις Ελιζαμπέτα. Περιττό να μπω σε λεπτομέρειες. Αν είχε ένα παλιάτσο να κάνει τούμπες και να πέφτει κάτω θα είχαν ξεκαρδιστεί. Οποιοδήποτε χιούμορ απαιτούσε την ελάχιστη ύπαρξη φαιάς ουσίας, περνούσε και δεν ακουμπούσε.

Στο διά ταύτα όμως. Το έργο ήταν πολύ καλό. Από αυτά τα ψυχολογικά που μου αρέσουν. Πάει να συμφάγει μία παρέα και μέχρι το τέλος του δείπνου γίνονται όλοι κώλος. Το «να πάτε να γαμηθείτε όλοι» που αναφωνεί η πρωταγωνίστρια στο τέλος ήταν η αγαπημένη μου ατάκα από όλο το έργο. Τα συνοψίζει όλα. Θυμίζει λίγο τον «Θεό της Σφαγής». Επίσης, πραγματεύεται ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα, που ταλανίζει ευρέως το κυπριακό κοινό, και δη την ονοματοδοσία τέκνου. Ο πατέρας επιθυμεί να βαφτίσει τον γιο του «Αδόλφο» και ξεκινά μία αντιπαράθεση κατά πόσον ενδείκνυται να δίνουμε στα παιδιά μας ονόματα δικτατόρων, δολοφόνων ή τέλος πάντων ονόματα ανθρώπων που στιγμάτισαν αρνητικά την ανθρωπότητα. Εδώ το είχα να φωνάξω «να καταργηθεί και το Δημήτρης!», αλλά λυπήθηκα τους ηθοποιούς. Οι ηθοποιοί, πλην της κόρης του Χριστόφια που δεν μπορώ να της αποδώσω άλλη ιδιότητα πλην αυτής της «κόρης του Χριστόφια» και την οποία αδυνατώ να κρίνω ως ηθοποιό, ήταν καλοί. Ο Νεκτάριος Θεοδώρου και ο Βαλεντίνος Κόκκινος, εξαιρετικοί. Επίσης, να πω ότι μου άρεσε το σκηνικό, ήταν πολύ «cosey» που λένε και οι πλούσιοι, αλλά ο ήχος ήταν πολύ μπουκωμένος και οι θέσεις στις οποίες καθόμασταν, άθλιες. Γενικότερα αυτού του έργου και αυτής της παράστασης της άξιζε καλύτερος χώρος, περισσότερο κοινό και καλύτερη προώθηση. Όταν όμως το θέατρο της Κύπρου απευθύνεται σε ένα κοινό της τάξης του 2%, το ότι βλέπουμε παραστάσεις έστω και υπό τοιαύτας συνθήκας με παρηγορεί.

Για να καταλάβεις, εγώ πλέον στις παραστάσεις συναντώ πάντα τα ίδια πρόσωπα. Με τα χρόνια έχουμε γνωριστεί οι θεατές μεταξύ μας. Το 50% των θεατών είναι ηθοποιοί που ήρθαν να δουν συναδέλφους τους και το άλλο 50% ερασιτέχνες σαν εμάς που ψάχνουν έργο για να παίξουν του χρόνου. Βάλε και 2-3 θείες, συνταξιούχες που ήρθαν με δωροκουπόνι και είσαι κομπλέ. Σύνολο, πενήντα άτομα. Με πενήντα άτομα, μάλλον, ανοίγεις σαμπάνιες. Ξεπούλησες. 

Με το που τελείωσε η παράσταση ο Χριστόφιας αποχώρισε στα μουλωχτά, σαν τον κλέφτη. Η λιμουζίνα τον περίμενε απ’ έξω, ένας κακομοίρης σωφέρ που τον πληρώνουμε εσύ κι εγώ του άνοιξε την πόρτα και χώθηκε στο πίσω κάθισμα σαν τον ασβό μετά της πανωραίας συζύγου του.


Θεέ μου, μία νύχτα λέμε να βγούμε και δεν προλαβαίνουμε να γαμωσταυρίζουμε.