Κυριακή, Νοεμβρίου 12, 2017

Βινύλια

Δεν μου λέτε κάτι εσείς οι νεολαίοι που είστε πιο μπασμένοι μες τα πράματα.

Είναι μεγάλη μαγκιά να ακούτε μουσική βινυλίου; Θεωρείται χιπστεριά; Θεωρείται ιν;

Γιατί εγώ όταν ήμουν μωρό και πήγαινα στο σπίτι του πατέρα μου, άνοιγα κάτι συρτάρια βιβλιοθήκης γεμάτα βινύλιο και τα πέταγα στον αέρα σαν σαΐτες και ουδείς μου έλεγε να προσέχω γιατί αυτά μια μέρα θα θεωρούνται αντίκες. Τα είχαν για πέταμα. Επίσης, έπιανα κάτι σαρανταπεντάρια και τα έκανα σουβέρ για το ποτήρι και το πιάτο μου και ποτέ κανείς δεν μου είπε «πρόσεχε, αυτά μια μέρα θα αποτελέσουν εισιτήρια εισδοχής σε κοινωνικό κίνημα».

Αγοράζω βινύλια. Όπου βρω μαγαζί που πουλά τέτοια, σε Αθήνα και Λευκωσία, μπαίνω μέσα. Αλλά δεν τα αγοράζω γιατί τη βρίσκω με το χράτσα-χρούτσα που κάνει ο δίσκος. Δεν έχω καν πικάπ για να τα παίζω. Ίσως πάρω μια μέρα. Προς το παρόν τα αγοράζω καθαρά για τη συναισθηματική τους αξία. Για να τα έχω στη δισκοθήκη μου να τα βλέπω, να αγαλλιάζω. Και τα περισσότερα βινύλια που αγοράζω αφορούν σε άλμπουμ που τα διαθέτω ήδη ψηφιακά, είτε με την μετατροπή τους από αγορασμένα cds, είτε κατεβασμένα από το i-tunes store. Είναι θεραπευτική η αγορά τους. Όπως παλιότερα αγόραζα στρουμφάκια για να αναβιώσω μέσα μου εκείνη την παιδική χαρά που αισθανόμουν κάθε φορά που ο πατέρας μου, μου αγόραζε μερικά από το περίπτερο. Όπως κάθομαι και βλέπω με τις ώρες Παιχνίδια Χωρίς Σύνορα και Τρεις Χάριτες στο Youtube για να νιώσω ότι είμαι ακόμα Δημοτικό – Γυμνάσιο και έχω μηδέν έγνοιες… έτσι και με δαύτο.

Δεν μπορώ να αντιληφθώ γιατί τα τελευταία χρόνια όλοι γύρισαν σ’ αυτό. Αν θα γυρίσουμε και στην κασέτα να μου το πείτε. Έχω δεκάδες VHS καταχωνιασμένες σε κάτι μπαούλα, να μην τις πετάξω. Μα, να υπάρχει η δυνατότητα απόλαυσης ψηφιακού, κρυστάλλινου ήχου, αλλά να προτιμάτε -το κατά τα άλλα ατμοσφαιρικό δεν αντιλέγω-, βινύλιο με τα χίλια γδαρσίματα και φθορές; Τέλος πάντων… De gustibus non est disputandum.

Εγώ όπου βρω μαγαζί με βινύλια μπαίνω και ψάχνω. Αλλά το τι συναντώ εκεί μέσα δεν περιγράφεται. Χθες μπήκα σε ένα μαγαζί που είχε τα βινύλια μέσα σε κάσες (σαν τα βρακιά της λαϊκής) και κατηγοριοποιημένα αυστηρώς σε «μέταλ», «ρέγκε», «ντίσκο» και… «ελληνικά καλτ». Βαθμός κόμπλεξ: δέκα με τόνο. «Ελληνικά καλτ». Τι είναι το καλτ, δεν ξέρω ακριβώς. Mάθετε μου. Ίσως ο Φλωρινιώτης, ίσως η Έφη Θώδη, εγώ πάντως μέσα στην κάσα βρήκα μόνο Στράτο Διονυσίου, Χάρις Αλεξίου, Γιάννη Πάριο, Άννα Βίσση, Δάκη και Πασχάλη. Την αφρόκρεμα του ελληνικού τραγουδιού τη δεκαετία του ’70, ’80 και όχι μόνο.

Ήταν και οι καταστηματάρχες εκεί, και δήθεν επέβλεπαν την κατάσταση, μία κοπέλα και ένας τύπος που στάνταρ ήταν υπό επήρεια ναρκωτικών ή καθυστερημένοι σκέτο, και με κοίταζαν σαν εξωγήινο επειδή δεν έπεσα με τα μούτρα στην κάσα με τις ρέγγες και τα σίδερα. «Πώς να βοηθήσουμε φίλε;», «Θέλω ό,τι έχετε σε Άννα Βίσση και Καρβέλα», τους λέω, και βλέπω αμέσως το πρόσωπό τους να σκοτεινιάζει. Προφανώς το βινύλιο είναι κίνημα, δεν σηκώνει τέτοια, άμα θες μουσική της πλάκας, ορίστε η κάσα με τα «καλτ» ψάξε και ό, τι βρεις υπ’ ευθύνη σου. Αυτό το vibe κυριάρχησε στην ατμόσφαιρα. Τέλος πάντων, αγόρασα δυο δίσκους που τους είχα ήδη. Γιατί έτσι.

«Δώδεκα ευρώ» μου ζήτησε ο τύπος. Δεν μου έδωσε απόδειξη. Το προσπέρασα. Του ζήτησα μια σακούλα να βάλω μέσα τις αγορές, δεν είχε. Άρχισε να ψάχνει μέσα στο μαγαζί, δεν έβρισκε. Σηκώθηκε η γκόμενα να τον βοηθήσει, πήγε στα πισινά και γύρισε με μια χρησιμοποιημένη σακούλα από σουπερμάρκετ της κακιάς ώρας. «Σε πειράζει αυτό; Δεν έχουμε κάτι άλλο». «Θεέ μου», ήθελα να τους πω, «πλένεστε ποτέ;»


Σηκώθηκα κι έφυγα. Του βινυλίου ο κόσμος! 

Δεν υπάρχουν σχόλια: